Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011

Ψυχιατρικός και νομικός λόγος: θεμελιώδεις αντιφάσεις λόγω ασυνεννοησίας

Του Γιώργου Ροσσολάτου,
επιστημονικού συνεργάτη της CCHR Ελλάδος

       Στο βιβλίο του Η Αρχαιολογία της Γνώσης ο Μισέλ Φουκώ δίνει έναν καίριας σημασίας ορισμό για την έννοια του είδους λόγου [discourse], ως «συστήματα διανόησης που συντίθενται σε ιδέες, στάσεις, τρόπους δράσης, πεποιθήσεις, πρακτικές, τα οποία συστηματικά δομούν τα υποκείμενα και τον κόσμο για τον οποίο ομιλούν». Η κατίσχυση ορισμένων ειδών λόγου έναντι άλλων εξαρτάται από τη διαρκή διαπραγμάτευση κοινωνικών ομάδων στο πλαίσιο μιας κοινωνικής διαδικασίας κατανομής δυνάμεων. Κατά πόσο το εκάστοτε κοσμοείδωλο που προκύπτει από αυτή τη διαδικασία διαπραγμάτευσης βρίσκει μικρότερη ή μεγαλύτερη απήχηση σε κάποια πελατειακή βάση ομιλούντων υποκειμένων εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.

            Το βασικό σημείο διαφοροποίησης ανάμεσα στα είδη λόγου αναφορικά με τη δυνατότητα επιβολής τους έγκειται στο βαθμό στον οποίο καθίστανται φανερά ή αφανώς θεσμοποιημένα. Στις περιπτώσεις του νομικού και του ψυχιατρικού λόγου πρόκειται για φανερά θεσμοποιημένα είδη λόγου, τα οποία όμως έχουν αποκρυσταλλωθεί μέσω αλλεπάλληλων κοινωνικών ζυμώσεων. Στην περίπτωση του νομικού λόγου η εγκαθίδρυση ενός αξιωματικά ρυθμιστικού πλαισίου στις σχέσεις ομιλούντων υποκειμένων που ανήκουν σε διάφορες κοινωνικές ομάδες στηρίχθηκε σε διαφορετικά κοσμοείδωλα κοινωνικής οργάνωσης εκ των οποίων απορρέουν διαφορετικά δικαιώματα, όπως αυτό της προσωπικής ιδιοκτησίας. Ανάλογα με τη μορφή του πολιτεύματος διαρθρώνονται και οι επιμέρους διατάξεις που αφορούν στη ρύθμιση των σχέσεων. Σε φιλελεύθερα δημοκρατικά πολιτεύματα όπου κυριαρχεί η αρχή της ελευθερίας του λόγου σπάνια θεωρείται ένα είδος λόγου ως αντιβαίνον σε πολιτειακές αρχές εκτός και αν συντρέχει κίνδυνος για τα θεμέλια του.



     Αντίθετα με τις βάσεις του κοσμοειδώλου που συνιστούν το νομικό λόγο, ο ψυχιατρικός λόγος αφορά κυρίως στη ρύθμιση μικροκοινωνικών σχέσεων όπου ο νομικός λόγος εξ ορισμού δεν μπορεί να εισέλθει, εκτός και αν στο πλαίσιο αυτών των σχέσεων παρατηρείται κάποια παραβίαση τυποποιημένων διαστάσεων. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι μπορεί κάποιος να μην συμπαθεί την πεθερά του δεν συνιστά ποινικό αδίκημα. Αν όμως η πεθερά ένεκα αμοιβαίας αντιπάθειας προς τον γαμπρό της θεωρήσει βάσει του δικού της κοσμοειδώλου ότι «κάτι τρέχει» με αυτόν, τότε αυτόματα ο γαμπρός συνιστά δυνητικό πελάτη της ψυχιατρικής.

           Σε αυτό το σημείο ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα μείζον ζήτημα κρατικού παρεμβατισμού και άρσης συνταγματικά κατοχυρωμένων και θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων που αφορούν στη δικαίωμα ενός ισότιμου με πλείστες όσες άλλες προσεγγίσεις στον τομέα των κοινωνικών επιστημών είδους λόγου να επιβάλλει αξιωματικά το κοσμοείδωλο του στη ρύθμιση μικροκοινωνικών σχέσεων.

          Η ψυχιατρική αποτελεί παγκοσμίως το μοναδικό είδος λόγου του οποίου οι εκπρόσωποι είναι θεσμικά κατοχυρωμένοι να εκφέρουν απόψεις αναφορικά με το κατά πόσο η διάρρηξη κοινωνικών σχέσεων συνιστά παθολογικό φαινόμενο ενός ομιλούντος υποκειμένου και να συνηγορήσει στην ύπαρξη αιτιώδους σχέσης μεταξύ διαταραχής της νόησης και διάρρηξης κοινωνικών σχέσεων. Επιπλέον, αποτελεί την μοναδική θεσμικά κατοχυρωμένη επιστήμη να εκφέρει προληπτικά και πιθανολογώντας απόψεις αναφορικά με το κατά πόσο ένα ομιλούν υποκείμενο μπορεί να συστήσει επικινδυνότητα για τον εαυτό του ή για άλλους.

        Το βασικό εργαλείο δια μέσου του οποίου πραγματοποιούνται αυτές οι διαπιστώσεις αποτελεί το διαγνωστικό εγχειρίδιο ψυχιατρικής, που συνιστά πράγματι τον ύστατο παρεμβατισμό του κράτους σε θέματα που αφορούν σε θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες, όπως το δικαίωμα κάποιος να είναι θλιμμένος χωρίς να στιγματιστεί με σύνδρομο κατάθλιψης, να σκέφτεται συγχρόνως πολλά πράγματα χωρίς να στιγματιστεί με διαταραχή ελλειμματικής προσοχής, να προσαρμόζει τους τρόπους απόκρισης και το προτασιακό περιεχόμενο των αποκρίσεων του ανάλογα με τις εκάστοτε επικοινωνιακές συνθήκες χωρίς να στιγματιστεί ως πάσχων από σύνδρομο πολλαπλών προσωπικοτήτων, να πιστεύει σε οτιδήποτε επιθυμεί χωρίς να στιγματιστεί ως παραληρητικός, να προβαίνει σε νεολογισμούς χωρίς να κινδυνεύει να στιγματιστεί ως σχιζοφρενής κοκ.

        Στο σημείο που ακριβώς λόγω συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων το κράτος δεν μπορεί να παρέμβει έρχεται να πληρώσει το έλλειμμα κοινωνικού ελέγχου η ψυχιατρική με τη σύσταση οδηγιών νορματιβιστικού χαρακτήρα. Στο σημείο που ένας δικαστικός έλεγχος δεν μπορεί να εισέλθει επιστρατεύονται «ειδικοί» κεντριστές/ιεροεξεταστές προκειμένου να συγκαλύψουν ελεγκτικά κενά και να ενοχοποιήσουν πλαγιοτρόπως μέσω στιγματισμού. Συνεχίζοντας με το συλλογισμό του Foucault, κάθε διαπροσωπική σχέση συνιστά πάλη δυνάμεων και διαρκή διαπραγμάτευση σε πολλαπλά επίπεδα. Τα είδη λόγου που νομιμοποιούνται συνήθως υπόρρητα στο πλαίσιο επικοινωνιακής συνθήκης μελών κοινότητας δεν έχουν αυθυπόστατο χαρακτήρα, ενώ παγιώνονται μέσω κανόνων αποκλεισμού άλλων ειδών λόγου. Το κάθε είδος λόγου συνοδεύεται από πλαισιακούς και περιστασιακούς παράγοντες που επίσης ως υπόρρητη συνθήκη νομιμοποιούν τα αντικείμενα περί ων ο λόγος, ποιοι είναι σε θέση να εκφέρουν αυτούς τους λόγους και τη μέθοδο εκφοράς του λόγου.

         Αντίστοιχα στην περίπτωση της ψυχιατρικής η αξιοπιστία μιας διάγνωσης στηρίζεται στην από θέσεως νομιμοποίηση μελών μιας επιστημονικής κοινότητας που βάλλεται επιστημολογικά παντοιοτρόπως να συρράψουν φαινόμενα με τέτοιο τρόπο ώστε να νομιμοποιείται πρωτίστως η ισχύς του διαγνωστικού εγχειριδίου, σε οικοσυστημικό πλαίσιο όπου έχει αρθεί εκ προοιμίου η ισονομία των ομιλούντων υποκειμένων βάσει μιας επιφανειακής διάκρισης επιστημονικού/καθημερινού λόγου, σε περίσταση όπου συνήθως το μιλούν υποκείμενο που καθίσταται δέσμιο του ψυχιατρικού λόγου δεν είναι σε θέση να προβάλει αντεπιχειρήματα χωρίς να έχει προβλεφθεί η απόκριση του ως παθολογική άρνηση. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά συνηγορούν στο ότι ο ψυχιατρικός λόγος συνιστά ξεκάθαρα ολοκληρωτικό λόγο. Όχι μόνο οι αρχές και η μέθοδος μέσω των οποίων παράγεται ο ψυχιατρικός λόγος αντίκεινται (τουλάχιστον σε επίπεδο αρχής) στη μεθοδολογία ανάπτυξης νομικών συλλογισμών και στους τρόπους ανάπτυξης μειζόνων λογικών προτάσεων, αλλά σε αντίθεση με το νομικό λόγο όπου οι εσωτερικές βιωματικές καταστάσεις διέπονται από έντονο στοιχείο υποκειμενισμού (βλ Α.Χαραλαμπάκη, Διάγραμμα Ποινικού Δικαίου) και άρα δεν δύνανται αφ εαυτών να θεμελιώσουν ισχύουσα λογική πρόταση παρά μόνο νεφελώδη αυτοτελή ισχυρισμό, ο ψυχιατρικός λόγος συνιστά σε πολλές περιπτώσεις μια αυθυπόστατη νομιναλιστική επιβολή αυθαίρετων τυπολογιών υποτιθέμενων διαταραχών ακόμα και απούσης οποιασδήποτε αναφοράς εσωτερικών βιωματικών καταστάσεων!

           Μήπως τελικά ο λόγος που κάποιος δικαστικός λειτουργός δεν είναι σε θέση να αντικρούσει μια ψυχιατρική γνωμάτευση οφείλεται στο ότι θα ερχόταν αντιμέτωπος με παράλογες διαδικασίες σχηματισμού εντυπώσεων, οι οποίες εξ ορισμού αντίκεινται στο λειτούργημα του και θα ενοχοποιούσαν την πεθερά αφού θα καταδείκνυαν κίνητρο;

           Όπως λέει και ο Thomas Szasz στο άρθρο του «H ιατρικοποίηση της καθημερινής ζωής» , ο ψυχιατρικός λόγος δεν είναι ούτε ιατρικός, ούτε επιστημονικός, αλλά μια σημειωτική-κοινωνική στρατηγική που ωφελεί κάποιους και βλάπτει άλλους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: